Μικρή Ιστορία την εποχή του κορωναϊού (ή Όταν τα σκουφάκια «μιλάνε» στην καρδιά)
19 Γενάρη απόγευμα χτύπησε το κινητό μου. Ο αριθμός που με καλούσε δεν ήταν καταχωρημένος στις επαφές μου, οπότε αμέσως σκέφτηκα ότι ήταν ένας από τους αμέτρητους ανθρώπους που απευθύνονται καθημερινά στο σύλλογό μας, για κάτι που τους απασχολεί σε σχέση με την ασθένειά τους.
Τελικά αποδείχτηκε πως ήταν η Ελένη Τερζούδη, ακτινοφυσικός, την οποία γνώρισα πριν κάποια χρόνια σε μια από τις πρώτες «εκτός τειχών» εκδήλωση που συμμετείχα ως ομιλήτρια, στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης, προσκαλεσμένη τότε από το εκεί Άλμα Ζωής. Η Ελένη με είχε πλησιάσει στο τέλος της εκδήλωσης και μου συστήθηκε ως συντοπίτισσα. Στη μικρή ζεστή μας κουβέντα, μου είπε ότι σκόπευε και να επιστρέψει στη Λάρισα, στο τμήμα Ακτινοθεραπείας του ΠΓΝΛ, όπου και τελικά ήρθε. Γίναμε φίλες στο fb και από τότε τη συνάντησα διά ζώσης για πολύ λίγο, μία ή δυο φορές, καθώς οι υποχρεώσεις και των δυο μας είναι πολλές.
Η Ελένη λοιπόν, εκείνο το απόγευμα του Γενάρη μου τηλεφώνησε λειτουργώντας σα γέφυρα μεταξύ του συλλόγου μας και μιας καταπληκτικής ομάδας γυναικών, την οποία δεν γνώριζα ως τότε και έμαθα πως ήθελαν να κάνουν ένα δώρο στους ασθενείς μας!
Έτσι ήρθα αρχικά σε επαφή με την Δέσποινα Καρπαθάκη Στάθη που ζει στη Ρόδο και στη συνέχεια με την Αντωνία Καντάρου που ζει στην Αθήνα, από τις οποίες έμαθα περισσότερα για μια καταπληκτική ομάδα, τους «Κουβάρια για μικρούς ήρωες».
Πρόκειται για μια αληθινά πολύ ξεχωριστή, τρυφερή και δοτική ομάδα γυναικών από κάθε γωνιά της χώρας, που μεταμορφώνουν την αγάπη και την επιθυμία τους για προσφορά, σε μοναδικά, υπέροχα, χρωματιστά, μαλακά σκουφάκια, αυτή τη φορά για ασθενείς με καρκίνο.
Όλα τα χρόνια που ασχολούμαι με τον εθελοντισμό, είχα τη χαρά να συναντήσω πολλούς ανθρώπους της προσφοράς αλλά κάθε φορά που βλέπω έναν νέο τρόπο «δούναι», συγκινούμαι πολύ , γιατί παρά τα όσα μπορεί να λέγονται και να ισχύουν -φευ- συχνά, για την εποχή μας και την ποιότητα των κοινωνιών και των συνανθρώπων μας, συνειδητοποιώ ότι παράλληλα κάπου πάντα θα βρίσκονται και κάποιοι Άνθρωποι που σκέφτονται τους άλλους. Όποιους άλλους. Άγνωστους άλλους.
Εν καιρώ καραντίνας λοιπόν, με το φόβο της πανδημίας να έχει αλώσει τις ζωές μας και με την κοινωνική απόσταση να μας ταλαιπωρεί αβάσταχτα, στερώντας μας όλους μας από την τόσο ζωτική παρουσία των συνανθρώπων μας στη ζωή μας αλλά και από αμέτρητες, μικρές, καθημερινές χαρές και αγαπημένες συνήθειες, κάποιες άγνωστες γυναίκες, από κάθε γωνιά της χώρας, βρήκαν τρόπο να δηλώσουν συγκινητικά «παρούσες», φτιάχνοντας με τα χέρια τους, και ακόμα πιο πολύ με την καρδιά τους, μια τεράστια, χνουδωτή, αλυσίδα αγάπης γύρω από τους καρκινοπαθείς.
Τα σκουφάκια της αγάπης τους, όπως μου αρέσει να τα σκέφτομαι από τη στιγμή που έμαθα για την προσπάθεια αυτή, ξεκίνησαν την προπερασμένη Τετάρτη το μεγάλο τους ταξίδι, αφού συγκεντρώθηκαν στην Ρόδο, μπήκαν στο καράβι μέχρι τον Πειραιά και από εκεί συνέχισαν βόρεια, μέχρι να φτάσουν στην πόλη μας τη Δευτέρα, για να μπορέσουμε στήνοντας μια άλλη μεγάλη αλυσίδα εθελοντών δικών μας για να τα παραδώσουμε στη συνέχεια στους ασθενείς μας, στα Ογκολογικά Τμήματα των δυο νοσοκομείων της πόλης μας.
Σήμερα λοιπόν Πέμπτη 18 Φλεβάρη ξεκινήσαμε με την πολύτιμη βοήθεια στην αρχή της Φωτεινής Βακάλη από τη Διοίκηση του ΠΓΝΛ και στη συνέχεια με τη συνδρομή όλων των νοσηλευτριών των ογκολογικών κλινικών και του Δημήτρη Ζηρδέλη, επισκεφτήκαμε τους ασθενείς που προσήλθαν σήμερα για θεραπεία στην μονάδα ημερήσιας νοσηλείας ή νοσηλεύονται στην κλινική αλλά και στο ακτινοθεραπευτικό τμήμα και πήραμε τα δικά μας ΔΩΡΑ. Ναι και τα δικά μας δώρα! Γιατί τελικά τα δώρα όλων αυτών των γυναικών όλης της χώρας δεν ήταν μόνο τρυφερά δώρα για τους ασθενείς μας, ήταν και ακριβά και πολύτιμα δώρα που λάβαμε όλοι όσοι συμμετείχαμε στην παράδοσή τους. Γιατί ήταν αληθινά δώρα που μας χάρισαν οι ασθενείς μας όλα αυτά τα ξαφνιασμένα χαμόγελα, τα δάκρυα συγκίνησης και οι μικρές φωτεινές λάμψεις των ματιών τους που γέμισαν αγάπη και χαρά τις ψυχές μας.
Ένα ευχαριστώ είναι το λιγότερο που μπορούμε να πούμε εκ μέρους όλων μας κι από καρδιάς, σε όλους όσους συμμετείχαν στη μεγάλη αυτή πανελλαδική κινητοποίηση!
Είναι τιμή και χαρά μας που βοηθήσαμε κι εμείς σε ένα τόσο τρυφερό εγχείρημα της Ομάδας «Κουβάρια για Μικρούς Ήρωες»!
Και δεν μπορώ να μην σκεφτώ βλέποντάς το όλο αυτό, πως η ερώτηση/μότο του Συλλόγου μας, που πριν κάποια χρόνια βγήκε με ένα μεγάλο ΑΧ από την ψυχή μου, και τελικά έγινε και η φράση που βλέπετε στα banners, stands και στα κοινωνικά μας μέσα, αυτό το «Με νοιώθεις;;;», που η ουσία του από τη μέρα που νόσησα, πολύ με προβλημάτισε και έγινε κι ένας λόγος που έγινα εθελόντρια, τελικά βρίσκει καθημερινά απάντηση.
Κοίταζα τα δέματα με τα ταξιδιάρικα σκουφάκια που μας περιμέναν στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας που ανέλαβε τη δωρεάν μεταφορά τους στη Λάρισα και σκεφτόμουνα λίγες μέρες πριν ότι καθένα τους έχει φωνή και απαντάει:
Ναι! Σας νοιώθουμε!!! Όχι, δεν είστε μόνοι!! Δεν είστε αόρατοι. Υπάρχετε και ακόμα και αν δεν συναντηθούνε ποτέ, τα χέρια των ανθρώπων που μας έφτιαξαν με τα κατατρυπημένα από τους ορούς χέρια σας, θα έχετε ένα μικρό, όμορφο, μάλλινο, πολυταξιδεμένο σκουφάκι, να ζεσταίνει την ψυχή σας περισσότερο κι από όσο ίσως θα ζεστάνει τα όμορφα, γυμνά σας κεφάλια και θα σας δίνει ελπίδα και αισιοδοξία.
Ναι, σας νοιώθουμε, λένε τα σκουφάκια, είμαστε μαζί σας και ευχόμαστε κάθε ένα από μας να γίνει ένα χάδι στο κεφάλι σας, χάδι που μπορεί να λαχταράτε πολλοί μα ίσως δεν τολμάτε να το ζητήσετε ή δεν μπορούν κάποιοι άλλοι να σας το προσφέρουν, γιατί απλά δεν ξέρουν κι αυτοί τον τρόπο να σας αγγίξουν δίχως να σας «πονέσουν».
Ας μη γελιόμαστε. Δεν είναι εύκολο πράγμα ο καρκίνος. Ούτε για τον ίδιο τον ασθενή ούτε για τους γύρω του. Δεν είναι εύκολο πράγμα να σταθείς δίπλα σε έναν καρκινοπαθή. Όχι, δεν είναι. Και για μένα δεν ήταν εύκολο πριν νοσήσω. Δεν ήξερα τι να πω, δεν ήξερα τι να κάνω.. Και είναι, είμαστε, τόσο εύθραυστοι όλοι εμείς , όταν περνάμε αυτή την αρρώστια, που ίσως αυτό το θεραπευτικό χάδι που τόσο έχουμε ανάγκη, να φοβάται ακόμα κι αυτό να μας το δώσει κάποιος, μήπως και μας ραγίσει.. Μακάρι να φοβόμασταν όλοι μας λιγότερο. Μακάρι να ξέραμε όλοι μας ότι ένα χάδι σ΄ ένα γυμνό κεφάλι δεν πονάει. Και δεν στοιχίζει.. Τίποτα δε στοιχίζει, έξω από λίγη αγάπη και τρυφεράδα. Και να, που κάποιο χάδι τελικά βρήκε το δρόμο του κι έγινε ….σκουφάκι! Σκουφάκια φτιαγμένα ειδικά για να μην πληγώνεται το ταλαιπωρημένο δέρμα των ασθενών μας.
Σκουφάκια-χάδια!
Αλήθεια… Ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΕ ΟΛΕΣ ΣΑΣ δεν φτάνει..!
Μακάρι να βρεθούν κι άλλες γυναίκες από κάθε γωνιά της χώρας μας αλλά και από την δική μας πόλη, τη Λάρισα, που θα στηρίξουν αυτή την ωραία ομάδα. Δεν ξέρω πόσες φίλες μου γνωρίζουν να πλέκουν αλλά ίσως να αξίζει η προσπάθεια να μάθουν, γεμίζοντας έτσι δημιουργικά και τον άπλετο χρόνο, που αν μη τι άλλο χάρισε σε πολλούς αυτή η δύσκολη περιπέτεια που ζούμε.
Κι ένα μεγάλο ακόμα Ευχαριστώ, προσωπικά από εμένα, γιατί μου θυμίσατε την εικόνα της γιαγιάς μου, της Φανής, που χαράχτηκε ανεξίτηλα στις παιδικές και εφηβικές μου μνήμες. Τη γιαγιά μου Φανή, γεννημένη το 1900, μητέρα τεσσάρων αγοριών και δυο κοριτσιών, μια πανέξυπνη γυναίκα δίχως καμία σχεδόν μόρφωση, που μετά το χαμό του μεγάλου γιου της του Γιώργη, κάθισε από τον καημό της και διάβασε όλα τα πανεπιστημιακά του συγγράμματα, που κράτησε για πάντα σπίτι της, κι όταν κάποτε τα τελείωσε (!), έπιασε τις βελόνες και το βελονάκι της και δεν σταμάτησε μέχρι το τέλος της ζωής της, σε βαθιά γεράματα, να πλέκει, καθισμένη πάντα πάνω στα διπλωμένα πόδια της στο ντιβάνι της, ανάμεσα στα δυο μεγάλα παράθυρα του σπιτιού της, με την αυλή με τις γλάστρες και τις λεμονιές στην Περραιβού, που τη θέση του πήρε πια μια τεράστια πολυκατοικία, με τον ελληνικό καφέ στο φλιτζανάκι της κι έχοντας πάντα δίπλα ένα «σπιρτόκουτο τυρί» και μια μπουκιά ψωμί, ακουμπισμένα μέσα στο πιατάκι του καφέ. Η γιαγιά Φανή που έκανε την αγάπη μα και τον πόνο της, πλεχτά και δαντέλες και προίκες για 5 παιδιά, 11 εγγόνια αλλά κι ένα σωρό ακόμα ανθρώπους, γιατί εκείνα τα μικρά της χέρια δεν ήξεραν απλά πώς να σταματήσουν, πώς να ξεκουραστούν.
Φαντάζομαι πως όπου κι αν βρίσκεται η γιαγιά μου, εξακολουθεί να πλέκει και μέσα από τα εργόχειρά της να μοιράζεται την σιωπηλή αγάπη της, τους καημούς της και το νοιάξιμό της για όλα και όλους μας. Και κάπως μαγικά και μυστήρια όλα αυτά τα όμορφα «ουρανοκατέβατα» σκουφάκια, είναι για μένα σαν να τα έριξε από ψηλά η γιαγιά Φανή για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που σαν την εγγονή της, παλεύουν καθένας τους με τον τρόπο του, την «παγωνιά» της αρρώστιας του.
Να είστε καλά όλοι σας και να σκορπάτε όσο μπορείτε ανθρωπιά, ζεστασιά, τρυφεράδα και νοιάξιμο πάντα γύρω σας ❤
(Μάλλον θα έγραφα πολύ λιγότερα είναι αλήθεια αν το πρώτο σκουφάκι δε το έφερνε η τύχη να το χαρίσουμε στον Α.Π. σε έναν πολύ αγαπημένο μου άνθρωπο και ξεχωριστό για πολλούς λόγους, ασθενή πλέον σήμερα που βρέθηκε μπροστά μας και που προσωπικά του χρωστάω μερικές από τις πιο όμορφες και ενδιαφέρουσες κουβέντες που έχω ζήσει, όπως και μερικά πολύ ωραία μου διάβασματα βιβλίων δικών του)